estupor
es
es
es
tu
tu
too
por
ˈpot
pot

Ορισμός και σημασία του "estupor"στα ισπανικά

01

κατάπληξη

estado de gran sorpresa o asombro que deja a alguien sin reacción
el estupor definition and meaning
Παραδείγματα
Me quedé en estupor al ver el resultado del partido.
Έμεινα κατάπληκτος βλέποντας το αποτέλεσμα του αγώνα.
02

κατάπληξη, απορία

estado de desconcierto, aturdimiento o falta de reacción ante algo sorprendente o impactante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ella se quedó en estupor sin poder responder.
Έμεινε σε λήθαργο χωρίς να μπορεί να απαντήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store