Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El estudio
01
μελέτη
actividad de aprender o investigar algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estudios
Παραδείγματα
Dedico dos horas al estudio cada día.
Αφιερώνω δύο ώρες στη μελέτη κάθε μέρα.
02
στούντιο, μονοκατοικία
apartamento pequeño que combina sala, dormitorio y cocina en un solo espacio
Παραδείγματα
El estudio tiene un baño privado.
Το στούντιο έχει ιδιωτικό μπάνιο.
03
γραφείο, μελέτη
habitación destinada al trabajo o la lectura
Παραδείγματα
El estudio tiene una ventana grande.
Το γραφείο έχει ένα μεγάλο παράθυρο.
04
στούντιο, στούντιο ηχογράφησης
lugar donde se graba, filma o produce contenido audiovisual o musical
Παραδείγματα
El estudio cuenta con equipos modernos.
Το στούντιο διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό.
05
μελέτη, έρευνα
trabajo o investigación sobre un tema determinado
Παραδείγματα
Según un estudio reciente, el consumo ha bajado.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, η κατανάλωση έχει μειωθεί.



























