Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La estipulación
01
διάταξη, ρήτρα
una condición, término o disposición específica acordada entre las partes y establecida en un contrato o acuerdo legal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
estipulaciones
Παραδείγματα
Una estipulación clave del contrato era el pago por adelantado del 50%.
Ένας βασικός όρος της σύμβασης ήταν η προκαταβολή 50%.



























