Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esconder
01
κρύβω
poner algo en un lugar donde no pueda verse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
escondo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esconde
ενεστώτα μετοχή
escondiendo
απλός αόριστος
escondió
παθητική μετοχή
escondido
Παραδείγματα
Escondieron el regalo antes de la fiesta.



























