Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El escolar
01
σχολικός, μαθητής
estudiante que acude a la escuela, especialmente el que está en edad de enseñanza obligatoria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escolares
Παραδείγματα
El autobús escolar recoge a cada escolar en la puerta de su casa.
Το σχολικό λεωφορείο παραλαμβάνει κάθε σχολικό παιδί στην πόρτα του σπιτιού του.
escolar
01
σχολικός, σχετικός με το σχολείο
perteneciente o relativo a la escuela o a los estudiantes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escolar
αρσενικό πληθυντικό
escolares
θηλυκό ενικό
escolar
θηλυκό πληθυντικό
escolares
Παραδείγματα
El calendario escolar incluye todas las vacaciones del año.
Το σχολικό ημερολόγιο περιλαμβάνει όλες τις αργίες του χρόνου.



























