enloquecer
en
en
en
lo
lo
lo
que
ke
cer
ˈθeɾ
ther
enriquecer

Ορισμός και σημασία του "enloquecer"στα ισπανικά

enloquecer
01

τρελαίνω, κάνω κάποιον να χάσει την υπομονή

hacer que alguien pierda la paciencia o el control por la ira 
enloquecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enloquezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enloquece
ενεστώτα μετοχή
enloqueciendo
απλός αόριστος
enloqueció
παθητική μετοχή
enloquecido
Παραδείγματα
Si le cuentas ese secreto, lo va a enloquecer. 

Αν του πεις αυτό το μυστικό, θα τον τρελάνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store