Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enloquecer
01
τρελαίνω, κάνω κάποιον να χάσει την υπομονή
hacer que alguien pierda la paciencia o el control por la ira
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enloquezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enloquece
ενεστώτα μετοχή
enloqueciendo
απλός αόριστος
enloqueció
παθητική μετοχή
enloquecido
Παραδείγματα
La burocracia lenta enloquece a cualquiera.
Η αργή γραφειοκρατία τρέλει τον καθένα.



























