Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ensalada
[gender: feminine]
01
σαλάτα
plato frío hecho principalmente de verduras, que se puede acompañar con aderezos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ensaladas
Παραδείγματα
La ensalada lleva aceite de oliva y vinagre.
Η σαλάτα περιέχει ελαιόλαδο και ξύδι.
02
ανακατωσούρα, σύγχυση
situación de confusión o desorden
Παραδείγματα
La ensalada en el proyecto hizo que se atrasara.
Η σαλάτα στο έργο προκάλεσε καθυστέρηση.



























