Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enriquecer
01
hacer que algo sea más rico, valioso o completo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
La lectura puede enriquecer el vocabulario.
02
llegar a tener mucho dinero o riqueza
Παραδείγματα
Se enriqueció con el comercio.



























