enojar

Ορισμός και σημασία του "enojar"στα ισπανικά

enojar
01

ενοχλώ, θυμώνω

causar enfado o irritación a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enoja
ενεστώτα μετοχή
enojando
απλός αόριστος
enojó
παθητική μετοχή
enojado
Παραδείγματα
Nada enoja más a mi madre que ver la casa desordenada.
Τίποτα δεν εξοργίζει τη μητέρα μου περισσότερο από το να βλέπει το σπίτι ακατάστατο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store