Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enojar
01
ενοχλώ, θυμώνω
causar enfado o irritación a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enoja
ενεστώτα μετοχή
enojando
απλός αόριστος
enojó
παθητική μετοχή
enojado
Παραδείγματα
Su actitud egoísta enojó a todos en la oficina.
Η εγωιστική του στάση θύμωσε όλους στο γραφείο.



























