Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enjuiciar
01
δικάζω, υποβάλλω σε δικαστική διαδικασία
someter a alguien a juicio o proceso judicial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enjuicio
γ΄ ενικό πρόσωπο
enjuicia
ενεστώτα μετοχή
enjuiciando
απλός αόριστος
enjuició
παθητική μετοχή
enjuiciado
Παραδείγματα
Enjuiciaron al político por corrupción.
Enjuiciaron τον πολιτικό για διαφθορά.



























