Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emprendedor
01
επιχειρηματικός, δραστήριος
que muestra iniciativa, creatividad y capacidad para iniciar proyectos o resolver problemas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más emprendedor
συγκριτικός βαθμός
más emprendedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
emprendedor
αρσενικό πληθυντικό
emprendedores
θηλυκό ενικό
emprendedora
θηλυκό πληθυντικό
emprendedoras
Παραδείγματα
Marta es muy emprendedora y siempre busca nuevas ideas.
Η Μάρτα είναι πολύ επιχειρηματική και αναζητά πάντα νέες ιδέες.
El emprendedor
01
επιχειρηματίας, ιδρυτής επιχείρησης
persona que inicia y desarrolla proyectos o negocios propios, mostrando iniciativa y creatividad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
emprendedores
Παραδείγματα
Juan es un emprendedor que abrió su propia empresa tecnológica.
Ο Χουάν είναι ένας επιχειρηματίας που άνοιξε τη δική του τεχνολογική εταιρεία.



























