embargar
embargar
embalsarembarcarembarazarembaular

Ορισμός και σημασία του "embargar"στα ισπανικά

embargar
01

κατάσχω

retener legalmente bienes o cuentas para garantizar el pago de una deuda 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
embargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
embarga
ενεστώτα μετοχή
embargando
απλός αόριστος
embargó
παθητική μετοχή
embargado
Παραδείγματα
El banco puede embargar la cuenta del deudor. 

Η τράπεζα μπορεί να κατάσχει τον λογαριασμό του οφειλέτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store