Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embargar
01
κατάσχω
retener legalmente bienes o cuentas para garantizar el pago de una deuda
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
embargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
embarga
ενεστώτα μετοχή
embargando
απλός αόριστος
embargó
παθητική μετοχή
embargado
Παραδείγματα
El juez decidió embargar sus propiedades.
Ο δικαστής αποφάσισε να κατασχέσει τα περιουσιακά του στοιχεία.



























