Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ejército
01
στρατός, ένοπλες δυνάμεις
grupo organizado de soldados de un país
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ejércitos
Παραδείγματα
La estrategia del ejército fue clave para ganar la guerra.
Η στρατηγική του στρατού ήταν καθοριστική για τη νίκη στον πόλεμο.



























