Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elaborar
01
προετοιμάζω, κατασκευάζω
preparar o fabricar algo con cuidado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
elaboro
γ΄ ενικό πρόσωπο
elabora
ενεστώτα μετοχή
elaborando
απλός αόριστος
elaboré
παθητική μετοχή
elaborado
Παραδείγματα
El equipo elaboró un documento oficial.
Η ομάδα συνέταξε ένα επίσημο έγγραφο.
02
παρασκευάζω, ετοιμάζω
producir una bebida como cerveza o té mediante un proceso de infusión y fermentación
Παραδείγματα
¿ Cuánto tiempo se tarda en elaborar este tipo de cerveza?
Πόσο χρόνο χρειάζεται για να παρασκευαστεί αυτό το είδος μπύρας ;



























