Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elaborar
01
προετοιμάζω, κατασκευάζω
preparar o fabricar algo con cuidado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
elaboro
γ΄ ενικό πρόσωπο
elabora
ενεστώτα μετοχή
elaborando
απλός αόριστος
elaboré
παθητική μετοχή
elaborado
Παραδείγματα
Ellos elaboran un informe detallado cada mes.
Αυτοί συντάσσουν μια λεπτομερή έκθεση κάθε μήνα.
02
παρασκευάζω, ετοιμάζω
producir una bebida como cerveza o té mediante un proceso de infusión y fermentación
Παραδείγματα
Mi tío sabe elaborar cerveza artesanal en su casa.
Ο θείος μου ξέρει να παράγει χειροποίητη μπύρα στο σπίτι του.



























