Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ejercitar
01
ασκώ, προπονούμαι
realizar actividad física para fortalecer el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ejercito
γ΄ ενικό πρόσωπο
ejercita
ενεστώτα μετοχή
ejercitando
απλός αόριστος
ejercitó
παθητική μετοχή
ejercitado
Παραδείγματα
El médico le recomendó ejercitar.
Ο γιατρός του συνέστησε να ασκηθεί.



























