la electricidad
e
e
e
lect
lekt
lekt
ri
ɾi
ri
ci
θi
thi
dad
ˈðað
dhadh

Ορισμός και σημασία του "electricidad"στα ισπανικά

La electricidad
01

ηλεκτρισμός, ηλεκτρική ενέργεια

energía que se usa para producir luz, calor y movimiento 
la electricidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La electricidad llegó a la casa ayer. 

Η ηλεκτρική ενέργεια έφτασε στο σπίτι χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store