Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El efecto
01
αποτέλεσμα, επίδραση
influencia o impresión que algo produce en una persona o situación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
efectos
Παραδείγματα
Su discurso tuvo un gran efecto en el público.
Η ομιλία του είχε μεγάλη επίδραση στο κοινό.
02
αποτέλεσμα
resultado o consecuencia producida por una causa
Παραδείγματα
El nuevo medicamento tuvo buenos efectos.
Το νέο φάρμακο είχε καλά αποτελέσματα.



























