Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
efectivo
01
αποτελεσματικός, παραγωγικός
que produce el resultado deseado o tiene un gran impacto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más efectivo
συγκριτικός βαθμός
más efectivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
efectivo
αρσενικό πληθυντικό
efectivos
θηλυκό ενικό
efectiva
θηλυκό πληθυντικό
efectivas
Παραδείγματα
Los consejos del profesor fueron muy efectivos.
Οι συμβουλές του καθηγητή ήταν πολύ αποτελεσματικές.
02
πραγματικός, αποτελεσματικός
que existe realmente o que se percibe como verdadero
Παραδείγματα
Necesitamos un ejemplo efectivo de la situación.
Χρειαζόμαστε ένα αποτελεσματικό παράδειγμα της κατάστασης.
El efectivo
01
μετρητά, ρευστό χρήμα
dinero en billetes y monedas que se puede usar inmediatamente para pagar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Pagué la cuenta con efectivo.
Πλήρωσα τον λογαριασμό με μετρητά.



























