Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
efectivo
01
αποτελεσματικός, παραγωγικός
que produce el resultado deseado o tiene un gran impacto
Παραδείγματα
Este método de enseñanza es muy efectivo.
Αυτή η μέθοδος διδασκαλίας είναι πολύ αποτελεσματική.
02
πραγματικός, αποτελεσματικός
que existe realmente o que se percibe como verdadero
Παραδείγματα
Buscan resultados efectivos, no solo ideas.
Αναζητούν αποτελεσματικά αποτελέσματα, όχι απλώς ιδέες.
El efectivo
01
μετρητά, ρευστό χρήμα
dinero en billetes y monedas que se puede usar inmediatamente para pagar
Παραδείγματα
Compré el libro con efectivo en la librería.
Αγόρασα το βιβλίο με μετρητά στο βιβλιοπωλείο.



























