la eficacia
Pronunciation
/ˌefikˈaθja/

Ορισμός και σημασία του "eficacia"στα ισπανικά

La eficacia
[gender: feminine]
01

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα

capacidad de producir el efecto deseado
la eficacia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La eficacia no siempre significa rapidez.
Η αποτελεσματικότητα δεν σημαίνει πάντα ταχύτητα.
02

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα

capacidad para lograr un buen resultado con el menor esfuerzo o recursos
la eficacia definition and meaning
Παραδείγματα
La eficacia en el trabajo es clave para el éxito.
Η αποτελεσματικότητα στην εργασία είναι το κλειδί της επιτυχίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store