Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La eficacia
01
αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα
capacidad de producir el efecto deseado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La eficacia no siempre significa rapidez.
Η αποτελεσματικότητα δεν σημαίνει πάντα ταχύτητα.
02
αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα
capacidad para lograr un buen resultado con el menor esfuerzo o recursos
Παραδείγματα
La eficacia en el trabajo es clave para el éxito.
Η αποτελεσματικότητα στην εργασία είναι το κλειδί της επιτυχίας.



























