el dúo
d
ˈdu
doo
úo
o
o
búho

Ορισμός και σημασία του "dúo"στα ισπανικά

01

ντουέτο, δυάδα

un grupo musical formado por dos intérpretes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dúos
Παραδείγματα
El dúo de hermanas cantaba armonías perfectas. 

Το ντούο των αδελφών τραγουδούσε τέλειες αρμονίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store