Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dócil
01
υπάκουος
que se deja guiar, entrenar o manejar sin dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dócil
συγκριτικός βαθμός
más dócil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dócil
αρσενικό πληθυντικό
dóciles
θηλυκό ενικό
dócil
θηλυκό πληθυντικό
dóciles
Παραδείγματα
El caballo dócil permitió que los niños lo montaran.
Το ήπιο άλογο επέτρεψε στα παιδιά να το καβαλήσουν.
02
ευλύγιστος, υπάκουος
que se puede moldear o dar forma con facilidad
Παραδείγματα
La pasta de modelar es dócil para los niños.
Η πλαστελίνη είναι ευάλωτη για τα παιδιά.



























