Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dócil
01
υπάκουος
que se deja guiar, entrenar o manejar sin dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dócil
συγκριτικός βαθμός
más dócil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dócil
αρσενικό πληθυντικό
dóciles
θηλυκό ενικό
dócil
θηλυκό πληθυντικό
dóciles
Παραδείγματα
El caballo es dócil y fácil de montar.
Το άλογο είναι πρόσχαρο και εύκολο να καβαλήσει.
02
ευλύγιστος, υπάκουος
que se puede moldear o dar forma con facilidad
Παραδείγματα
El metal es dócil y se puede moldear fácilmente.
Το μέταλλο είναι μαλακό και μπορεί εύκολα να διαμορφωθεί.



























