Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dórico
01
δωρικός, δωρικός
relativo al orden arquitectónico clásico caracterizado por su simplicidad y robustez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dórico
αρσενικό πληθυντικό
dóricos
θηλυκό ενικό
dórica
θηλυκό πληθυντικό
dóricas
θεματικό πεδίο
arquitectura, arte
Παραδείγματα
El templo tiene columnas de estilo dórico.
Ο ναός έχει κίονες δωρικού ρυθμού.
LanGeek



























