dórico
Pronunciation
/dˈɔɾiko/

Ορισμός και σημασία του "dórico"στα ισπανικά

01

δωρικός, δωρικός

relativo al orden arquitectónico clásico caracterizado por su simplicidad y robustez 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dórico
αρσενικό πληθυντικό
dóricos
θηλυκό ενικό
dórica
θηλυκό πληθυντικό
dóricas
θεματικό πεδίο
arquitectura, arte
Παραδείγματα
El templo tiene columnas de estilo dórico. 

Ο ναός έχει κίονες δωρικού ρυθμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store