Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dórico
01
δωρικός, δωρικός
relativo al orden arquitectónico clásico caracterizado por su simplicidad y robustez
Παραδείγματα
El friso pertenece al estilo dórico griego.
Η ζωφόρος ανήκει στο δωρικό ελληνικό ρυθμό.



























