Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La droguería
[gender: feminine]
01
φαρμακείο, δρογκερία
tienda donde se venden medicamentos, productos de higiene y limpieza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
droguerías
Παραδείγματα
La droguería está al lado del supermercado.
Το φαρμακείο είναι δίπλα στο σούπερ μάρκετ.
02
κατάστημα εργαλείων
tienda donde se venden herramientas, utensilios y materiales para el hogar o reparaciones
Παραδείγματα
Necesito herramientas nuevas de la droguería.
Χρειάζομαι νέα εργαλεία από το κατάστημα εργαλείων.



























