el don

Ορισμός και σημασία του "don"στα ισπανικά

01

ταλέντο

aptitud o habilidad natural para algo
el don definition and meaning
Παραδείγματα
No todos tienen el mismo don para los idiomas.
Δεν έχουν όλοι το ίδιο χάρισμα για τις γλώσσες.
02

τίτλος σεβασμού που χρησιμοποιείται πριν από το όνομα ενός άνδρα, ειδικά σε επίσημα ή παραδοσιακά πλαίσια

título de respeto usado antes del nombre de un hombre, especialmente en contextos formales o tradicionales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dones
Παραδείγματα
El don Pedro llegó temprano a la ceremonia.
Ο Ντον Πέδρο έφτασε νωρίς στην τελετή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store