el don
don
don
ντον
galóncanonbajóncupón

Ορισμός και σημασία του "don"στα ισπανικά

01

ταλέντο

aptitud o habilidad natural para algo 
el don definition and meaning
Παραδείγματα
Tiene un don para la música. 

Έχει χάρισμα στη μουσική.

02

τίτλος σεβασμού που χρησιμοποιείται πριν από το όνομα ενός άνδρα, ειδικά σε επίσημα ή παραδοσιακά πλαίσια

título de respeto usado antes del nombre de un hombre, especialmente en contextos formales o tradicionales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dones
αρσενικό ενικό
don
θηλυκό ενικό
doña
Παραδείγματα
El don Miguel recibió a los invitados en su casa. 

Ο Ντον Μιγκέλ υποδέχτηκε τους επισκέπτες στο σπίτι του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store