Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dominante
01
κυρίαρχος
que ejerce control o influencia sobre los demás de manera fuerte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas dominante
συγκριτικός βαθμός
mas dominante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dominante
αρσενικό πληθυντικό
dominantes
θηλυκό ενικό
dominante
θηλυκό πληθυντικό
dominantes
Παραδείγματα
Tiene una personalidad dominante en el grupo.
Έχει μια κυρίαρχη προσωπικότητα στην ομάδα.
02
κυρίαρχος, επικρατέστερος
que tiene mayor importancia, influencia o fuerza en una situación
Παραδείγματα
Es la tendencia dominante en el mercado.
Είναι η κυρίαρχη τάση στην αγορά.



























