dominante

Ορισμός και σημασία του "dominante"στα ισπανικά

01

κυρίαρχος

que ejerce control o influencia sobre los demás de manera fuerte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas dominante
συγκριτικός βαθμός
mas dominante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dominante
αρσενικό πληθυντικό
dominantes
θηλυκό ενικό
dominante
θηλυκό πληθυντικό
dominantes
Παραδείγματα
Es una figura dominante en la empresa.
Είναι μια κυρίαρχη φιγούρα στην εταιρεία.
02

κυρίαρχος, επικρατέστερος

que tiene mayor importancia, influencia o fuerza en una situación
Παραδείγματα
Esa es la característica dominante del sistema.
Αυτό είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του συστήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store