Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dividir
01
διαιρώ, μοιράζω
separar o repartir algo en partes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
divido
γ΄ ενικό πρόσωπο
divide
ενεστώτα μετοχή
dividiendo
απλός αόριστος
dividió
παθητική μετοχή
dividido
Παραδείγματα
Vamos a dividir el pastel entre todos los invitados.
02
διαιρώ, μοιράζω
repartir una cantidad en partes iguales
Παραδείγματα
En matemáticas aprendimos a dividir números enteros.
Στα μαθηματικά, μάθαμε να διαιρούμε ακέραιους αριθμούς.



























