dividir

Ορισμός και σημασία του "dividir"στα ισπανικά

dividir
01

διαιρώ, μοιράζω

separar o repartir algo en partes
dividir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
divido
γ΄ ενικό πρόσωπο
divide
ενεστώτα μετοχή
dividiendo
απλός αόριστος
dividió
παθητική μετοχή
dividido
Παραδείγματα
El maestro nos pidió dividir el grupo en equipos pequeños.
Ο δάσκαλος μας ζήτησε να χωρίσουμε την ομάδα σε μικρές ομάδες.
02

διαιρώ, μοιράζω

repartir una cantidad en partes iguales
dividir definition and meaning
Παραδείγματα
Los estudiantes practicaron dividir fracciones.
Οι μαθητές εξασκήθηκαν στη διαίρεση κλασμάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store