dividir
di
di
di
vi
βi
bi
dir
ˈðiɾ
dhir
disidir

Ορισμός και σημασία του "dividir"στα ισπανικά

dividir
01

διαιρώ, μοιράζω

separar o repartir algo en partes 
dividir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
divido
γ΄ ενικό πρόσωπο
divide
ενεστώτα μετοχή
dividiendo
απλός αόριστος
dividió
παθητική μετοχή
dividido
Παραδείγματα
Vamos a dividir el pastel entre todos los invitados. 
02

διαιρώ, μοιράζω

repartir una cantidad en partes iguales 
dividir definition and meaning
Παραδείγματα
En matemáticas aprendimos a dividir números enteros. 

Στα μαθηματικά, μάθαμε να διαιρούμε ακέραιους αριθμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store