Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El discurso
01
λόγος, ομιλία
una exposición oral formal sobre un tema dirigida a un público
Παραδείγματα
El discurso estuvo lleno de promesas para el futuro.
Η ομιλία ήταν γεμάτη υποσχέσεις για το μέλλον.
02
παρέλευση, ροή
el paso o transcurso del tiempo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
discursos
Παραδείγματα
Sus recuerdos se desvanecieron con el discurso de las décadas.
Οι αναμνήσεις του ξεθώριασαν με το παρέλθον των δεκαετιών.



























