Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discutir
[past form: discutí][present form: discuto]
01
συζητώ
hablar con otra persona sobre un tema, a veces con desacuerdo o debate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
discuto
γ΄ ενικό πρόσωπο
discute
ενεστώτα μετοχή
discutiendo
απλός αόριστος
discutí
παθητική μετοχή
discutido
Παραδείγματα
Discutí con el profesor sobre la tarea.
Συζητώ με τον δάσκαλο για την εργασία.



























