Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discutir
01
συζητώ
hablar con otra persona sobre un tema, a veces con desacuerdo o debate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
discuto
γ΄ ενικό πρόσωπο
discute
ενεστώτα μετοχή
discutiendo
απλός αόριστος
discutí
παθητική μετοχή
discutido
Παραδείγματα
Ayer discutí con mi hermano sobre política.
Χθες, συζήτησα με τον αδερφό μου για την πολιτική.



























