el dilema

Ορισμός και σημασία του "dilema"στα ισπανικά

El dilema
[gender: masculine]
01

δίλημμα

situación en la que hay que elegir entre dos o más opciones difíciles o conflictivas
el dilema definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dilemas
Παραδείγματα
El dilema financiero de la empresa complicó la planificación.
Το οικονομικό δίλημμα της εταιρείας περιέπλεξε τον σχεδιασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store