Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El destierro
01
εξορία, φυγή
la pena o situación de tener que vivir fuera del propio país o lugar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
destierros
Παραδείγματα
El poeta vivió su destierro en París.
Ο ποιητής έζησε την εξορία του στο Παρίσι.



























