Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desterrar
01
εξορίζω, αποβάλλω
obligar a alguien a salir de su país o lugar habitual como castigo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desterro
γ΄ ενικό πρόσωπο
destierra
ενεστώτα μετοχή
desterrando
απλός αόριστος
desterró
παθητική μετοχή
desterrado
Παραδείγματα
El rey decidió desterrar al noble traidor.
Ο βασιλιάς αποφάσισε να εξορίσει τον ευγενή προδότη.
02
εξορίζω, αποβάλλω
eliminar o hacer desaparecer algo no físico, como un sentimiento o una costumbre
Παραδείγματα
Una buena noticia logró desterrar su tristeza.
Ένα καλό νέο κατάφερε να αποβάλει τη θλίψη της.



























