desterrar

Ορισμός και σημασία του "desterrar"στα ισπανικά

desterrar
01

εξορίζω, αποβάλλω

obligar a alguien a salir de su país o lugar habitual como castigo
desterrar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desterro
γ΄ ενικό πρόσωπο
destierra
ενεστώτα μετοχή
desterrando
απλός αόριστος
desterró
παθητική μετοχή
desterrado
Παραδείγματα
La pena por ese crimen en la antigüedad era desterrar al culpable.
Η ποινή για αυτό το έγκλημα στην αρχαιότητα ήταν να εξορίσει τον ένοχο.
02

εξορίζω, αποβάλλω

eliminar o hacer desaparecer algo no físico, como un sentimiento o una costumbre
Παραδείγματα
Quiero desterrar el miedo a fracasar.
Θέλω να εξορίσω τον φόβο της αποτυχίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store