Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desorganizado
01
ανοργάνωτος
que no está ordenado o estructurado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desorganizado
συγκριτικός βαθμός
más desorganizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desorganizado
αρσενικό πληθυντικό
desorganizados
θηλυκό ενικό
desorganizada
θηλυκό πληθυντικό
desorganizadas
Παραδείγματα
No me gusta trabajar en un espacio desorganizado.
Δεν μου αρέσει να δουλεύω σε ένα ανοργάνωτο χώρο.



























