Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desocupar
01
αδειάζω, εκκενώνω
dejar libre un lugar o espacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desocupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desocupa
ενεστώτα μετοχή
desocupando
απλός αόριστος
desocupó
παθητική μετοχή
desocupado
Παραδείγματα
Necesitamos desocupar la sala para la reunión siguiente.



























