desnudar
des
des
des
nu
nu
noo
dar
ˈðaɾ
dhar
denudar

Ορισμός και σημασία του "desnudar"στα ισπανικά

desnudar
01

γδύνω, απογυμνώνω

quitarle la ropa a alguien o a algo 
desnudar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desnudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desnuda
ενεστώτα μετοχή
desnudando
απλός αόριστος
desnudó
παθητική μετοχή
desnudado
Παραδείγματα
La madre desnudó al bebé para bañarlo. 

Η μητέρα γδύθηκε το μωρό για να το κάνει μπάνιο.

02

βγάζω, αποσφενδονίζω

sacar una espada u otra arma blanca de su vaina 
Παραδείγματα
El samurái desnudó su katana con un movimiento rápido. 

Ο σαμουράι ξεσπάθωσε την κατανά του με μια γρήγορη κίνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store