desnudar

Ορισμός και σημασία του "desnudar"στα ισπανικά

desnudar
01

γδύνω, απογυμνώνω

quitarle la ropa a alguien o a algo
desnudar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desnudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desnuda
ενεστώτα μετοχή
desnudando
απλός αόριστος
desnudó
παθητική μετοχή
desnudado
Παραδείγματα
Prefiero desnudar a mis hijos yo misma para asegurarme de que no tengan frío.
Προτιμώ να ξεγυμνώνω τα παιδιά μου μόνη μου για να βεβαιωθώ ότι δεν κρυώνουν.
02

βγάζω, αποσφενδονίζω

sacar una espada u otra arma blanca de su vaina
Παραδείγματα
Con un chasquido, desnudó la hoja oculta en el bastón.
Με ένα κλικ, ξεσάκωσε τη λεπίδα που ήταν κρυμμένη στο μπαστούνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store