Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desnudar
01
γδύνω, απογυμνώνω
quitarle la ropa a alguien o a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desnudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desnuda
ενεστώτα μετοχή
desnudando
απλός αόριστος
desnudó
παθητική μετοχή
desnudado
Παραδείγματα
La madre desnudó al bebé para bañarlo.
Η μητέρα γδύθηκε το μωρό για να το κάνει μπάνιο.
02
βγάζω, αποσφενδονίζω
sacar una espada u otra arma blanca de su vaina
Παραδείγματα
El samurái desnudó su katana con un movimiento rápido.
Ο σαμουράι ξεσπάθωσε την κατανά του με μια γρήγορη κίνηση.



























