Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desmentir
01
διαψεύδω, αρνούμαι
negar la veracidad de algo o demostrar que es falso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desmiento
γ΄ ενικό πρόσωπο
desmiente
ενεστώτα μετοχή
desmintiendo
απλός αόριστος
desmintió
παθητική μετοχή
desmentido
Παραδείγματα
Quiso desmentir todo lo que se había dicho.
Ήθελε να διαψεύσει όλα όσα είχαν ειπωθεί.



























