Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deshonrar
01
ατιμάζω
quitar el honor, la buena reputación o el respeto a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
deshonro
γ΄ ενικό πρόσωπο
deshonra
ενεστώτα μετοχή
deshonrando
απλός αόριστος
deshonró
παθητική μετοχή
deshonrado
Παραδείγματα
Sus actos deshonraron el nombre de la familia.
Οι πράξεις του έδειξαν ασέβεια στο όνομα της οικογένειας.
LanGeek



























