Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desdeñar
01
περιφρονώ
tratar con desprecio o falta de respeto a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desdeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
desdeña
ενεστώτα μετοχή
desdeñando
απλός αόριστος
desdeñó
παθητική μετοχή
desdeñado
Παραδείγματα
Desdeñaron los consejos de los expertos.
Περιφρονούν τις συμβουλές των ειδικών.
02
περιφρονώ, αποδοκιμάζω
mostrar superioridad o actitud altiva hacia alguien; considerar inferior
Παραδείγματα
Desdeñaron a los solicitantes menos experimentados.
Περιφρονούν τους λιγότερο έμπειρους υποψηφίους.
03
περιφρονώ, αποδοκιμάζω
rechazar algo o a alguien por desprecio, desinterés o indiferencia
Παραδείγματα
Desdeñó la oferta de trabajo porque no le convencía.
Παρέκλινε την προσφορά εργασίας γιατί δεν τον έπειθε.



























