Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desdeñar
01
περιφρονώ
tratar con desprecio o falta de respeto a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desdeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
desdeña
ενεστώτα μετοχή
desdeñando
απλός αόριστος
desdeñó
παθητική μετοχή
desdeñado
Παραδείγματα
Desdeñó las críticas de sus compañeros.
Παρέπεμψε τις κριτικές των συναδέλφων του.
02
περιφρονώ, αποδοκιμάζω
mostrar superioridad o actitud altiva hacia alguien; considerar inferior
Παραδείγματα
Desdeñaba a quienes no tenían estudios universitarios.
Περιφρονώ εκείνους που δεν είχαν πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
03
περιφρονώ, αποδοκιμάζω
rechazar algo o a alguien por desprecio, desinterés o indiferencia
Παραδείγματα
Desdeñaron los regalos que no eran de su agrado.
Παρέβλεψαν τα δώρα που δεν ήταν της αρεσκείας τους.



























