Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desechable
01
εφάπαξ, απορρίψιμος
diseñado para ser usado una sola vez y luego desecharse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desechable
συγκριτικός βαθμός
más desechable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desechable
αρσενικό πληθυντικό
desechables
θηλυκό ενικό
desechable
θηλυκό πληθυντικό
desechables
Παραδείγματα
Los guantes desechables protegen las manos durante la limpieza.
Τα χρησιμοποιούμενα μία φορά γάντια προστατεύουν τα χέρια κατά τον καθαρισμό.



























