Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descuidado
01
απρόσεκτος, αμελής
que no pone atención o cuidado al hacer algo; imprudente o negligente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más descuidado
συγκριτικός βαθμός
más descuidado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
descuidado
αρσενικό πληθυντικό
descuidados
θηλυκό ενικό
descuidada
θηλυκό πληθυντικό
descuidadas
Παραδείγματα
Fue descuidado y rompió el vaso.
Ήταν απρόσεκτος και έσπασε το ποτήρι.
02
αμελής, ακατάστατος
que no está ordenado o arreglado; desordenado o desorganizado
Παραδείγματα
Su peinado estaba descuidado después del viento.
Το χτένισμά του ήταν ατημέλητο μετά τον άνεμο.



























