Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descuidar
01
αμελώ, παραμελώ
no prestar atención o cuidado a algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
descuidó
γ΄ ενικό πρόσωπο
descuidó
ενεστώτα μετοχή
descuidando
απλός αόριστος
descuidó
παθητική μετοχή
descuidado
Παραδείγματα
Descuidaron la limpieza de la casa durante semanas.
Παρέλειψαν το καθάρισμα του σπιτιού για εβδομάδες.
02
αμελώ, δεν ενδιαφέρομαι
no prestar atención o preocuparse por algo
Παραδείγματα
Él descuidó la situación pensando que no era importante.
Παρέλειψε την κατάσταση νομίζοντας ότι δεν ήταν σημαντική.



























