Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desconcertante
01
αποπροσανατολιστικός, συγχέων
que causa confusión, perplejidad o desconcierto por ser extraño o difícil de entender
Παραδείγματα
La similitud entre los dos casos es desconcertante.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποπροσανατολιστικός, συγχέων