Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La descentralización
01
αποκέντρωση, μεταφορά εξουσιών
el proceso de transferir poder, funciones o administración desde un gobierno central a autoridades regionales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los regionalistas exigen mayor descentralización.
Οι περιφερειοκράτες απαιτούν μεγαλύτερη αποκέντρωση.



























