Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desbordamiento
01
salida de agua de un río, lago o canal fuera de sus límites normales
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El muro evitó el desbordamiento del canal.



























